fbpx
Oncolife - Δρ. Ιωάννης Μούντζιος, Ογκολόγος - Παθολόγος
Oncolife - Κέντρο Ολιστικής Φροντίδας Ογκολογικού Ασθενή | Αθήνα - Κώς | 210 74.70.960 - 6983 51.99.89
Ραντεβού

ONCOLIFE

Καρκίνος Ωοθηκών

Ιατρικές Πληροφορίες

 
Ο καρκίνος των ωοθηκών είναι ένας από τους πιο συχνούς γυναικολογικούς καρκίνους και δυστυχώς δύσκολος στην έγκαιρη διάγνωση, μια και συχνά δεν δίνει συμπτώματα μέχρι το προχωρημένο στάδιο και διαγιγνώσκεται μόνο μέσα από γυναικολογικό (διακολπικό) υπερηχογράφημα.

Μία στις δύο γυναίκες που διαγιγνώσκονται με καρκίνο της ωοθήκης είναι άνω των 60 ετών. Μερικες φορές ο καρκίνος ωοθηκών συνοδεύεται από την παρουσία υγρού στην κλοιλιακή χώρα που περιέχει καρκινικά κύτταρα (ασκίτης).

Θεραπευτικές Επιλογές

 
Το πρώτο σημαντικό βήμα για την επιλογή της κατάλληλης θεραπευτικής λύσης είναι η σταδιοποίηση του καρκίνου, που θα δείξει πόσο εκτεταμένος είναι ο όγκος και αν έχει εξαπλωθεί και σε γειτονικούς ιστούς και όργανα. Αυτή η διαδικασία είναι πολύ σημαντική, προκειμένου να ληφθεί η σωστή απόφαση για τη θεραπεία. Το στάδιο του καρκίνου καθορίζει επίσης την πρόγνωσή του. Ανάλογα με το μέγεθος του όγκου, το στάδιο της νόσου, την ηλικία και τη γενική κατάσταση της υγείας της ασθενούς, θα αποφασιστεί το θεραπευτικό σχήμα.

Η χειρουργική αφαίρεση των γυναικολογικών οργάνων, συμπεριλαμβανομένης της μήτρας, των ωοθηκών και των εξαρτημάτων, αποτελεί τον ακρογωνιαίο λίθο της αρχικής αντιμετώπισης του καρκίνου των ωοθηκών .

Σε επιλεγμένες ασθενείς, μπορεί να πραγματοποιηθεί η λεγόμενη χειρουργική επέμβαση με διατήρηση της γονιμότητας. Αυτό σημαίνει ότι μία ωοθήκη και σάλπιγγα, καθώς και η μήτρα διατηρούνται, υπό την προϋπόθεση ότι είναι υγιή. Σε περίπτωση τοπικά προχωρημένου καρκίνου ωοθηκών, με παρουσία υγρού (ασκίτη) στην περιτοναϊκή κοιλότητα, είναι πολύ πιθανό ότι θα χρειαστεί να προηγηθεί ειδική χημειοθεραπεία που ονομάζεται προεγχειρητική, για να οδηγήσει σε συρρίκνωση του όγκου και να επιτρέψει στο γυναικολόγο-χειρουργό στη συνέχεια να προχωρήσει σε πλήρη γυναικολογικό καθαρισμό , χωρίς να αφήσει υπολείμματα του όγκου στην περιτοναϊκή κοιλότητα.

Συνήθως μετά το χειρουργείο συστήνεται χημειοθεραπεία με βάση την πλατίνα, με στόχο να μειωθεί ο κίνδυνος εξέλιξης ή και επανεμφάνισης του όγκου, που είναι πολύ πιθανή αν δεν εφαρμοστεί χημειοθεραπεία. Τα πιο κλασσικά σχήματα περιλαμβάνουν χορήγηση δυο ή τριων φαρμάκων ανά τρεις εβδομάδες για 6 κύκλους και η θεραπεία γίνεται με ορό στο τμήμα ημερήσιας νοσηλείας, χωρίς να απαιτείται η διανυκτέρευση στο Νοσοκομείο.

Κατά τη διάρκεια της χημειοθεραπείας θα γίνεται παρακολούθηση των στοιχείων του αίματος (αιματοκρίτης, λευκά αιμοσφαίρια, αιμοπετάλια) καθώς και χορήγηση υποστηρικτικής αγωγής για την αποφυγή των πιθανών παρενεργειών της χημειοθεραπείας με βάση τις οδηγίες του γιατρού.

Πρόσφατα, εγκρίθηκαν νέες, σύγχρονες θεραπευτικές επιλογές που ονομάζονται μοριακές θεραπείες (PARP αναστολείς), για τον μεταστατικό καρκίνο ωοθηκών σε ασθενείς που παρουσιάζουν BRCA μεταλλάξεις. Πρόκειται για ειδικά μοριακά φάρμακα που στοχεύουν στην εξαφάνιση των όγκων ειδικά σε γυναίκες που φέρουν κάποιες ειδικές μεταλλάξεις στα γονίδια BRCA και οι οποίες προδιαθέτουν σε εμφάνιση καρκίνου μαστού και ωοθηκών.

Οι PARP ανστολείς μπορούν να χορηγηθούν σε ασθενείς με προχωρημένο καρκίνο ωοθηκών, μόνο εφόσον υπάρχουν οι συγκεκριμένες BRCA μεταλλάξεις.

Παρακολούθηση μετά τη θεραπεία

 
Η παρακολούθηση μετά τη θεραπεία, με ένα πρωτόκολλο παρακολούθησης που θα καθορίσει ο γιατρός και που περιλαμβάνει οπωσδήπτε τη διενέργεια αξονικών τομογραφιών, υπερηχοραφημάτων και γυναικολογικών εξετάσεων σε τακτική βάση, είναι ιδιαίτερα σημαντική για την έγκαιρη ανίχνευση υποτροπών σε πολύ αρχικό στάδιο, ώστε να είναι πλήρως αντιμετωπίσιμο.

Κάποιες φορές ακόμη και η καλύτερη θεραπεία μπορεί να αφήσει ένα “υπόλλειμμα” σε καρκινικά κύτταρα, τα οποία, διαιρούμενα, να δώσουν έναν νέο όγκο. Ο καρκίνος μπορεί να επανεμφανιστεί στο ίδιο σημείο ή σε άλλο σημείο του σώματος.

Σε καθε περίπτωση, η επικοινωνία και συνεργασία με το θεράποντα ιατρό, εξασφαλίζει την έγκαιρη αντιμετώπιση της υποτροπής και συμβάλλει στη μακρά επιβίωση των ασθενών, σε ορισμένες περιπτώσεις ακόμη και σε μεταστατικό στάδιο, με την εφαρμογή όλων των θεραπευτικών μεθόδων που αναφέρθηκαν παραπάνω με την κατάλληλη αλληλουχία και πάντα με τις οδηγίες του θεράποντος ογκολόγου.