fbpx
Oncolife - Δρ. Ιωάννης Μούντζιος, Ογκολόγος - Παθολόγος
Oncolife - Κέντρο Ολιστικής Φροντίδας Ογκολογικού Ασθενή | Αθήνα - Κώς | 210 74.70.960 - 6983 51.99.89
Ραντεβού

ONCOLIFE

Καρκίνος Ουροδόχου Κύστεως

Ιατρικές Πληροφορίες

 
Κάτι που δεν γνωρίζει ο πολύς κόσμος είναι ότι ο καρκίνος της ουροδόχου κύστεως συσχετίζεται πολύ ισχυρά με το κάπνισμα, αφού εμφανίζεται σχεδόν αποκλειστικά σε καπνιστές. Οι άνδρες έχουν τέσσερις φορές πιο πολλές πιθανότητες να τον εμφανίσουν σε σχέση με τις γυναίκες, αν και τα τελευταία χρόνια έχει σημειωθεί μία αύξηση και του αριθμού των γυναικών που προσβάλλονται, λόγω της διάδοσης της βλαβερής συνήθειας του καπνίσματος και στις γυναίκες.

Ο καρκίνος της ουροδόχου κύστης διακρίνεται σε επιφανειακό (ή μη διηθητικό) και σε διηθητικό:
– Στην πρώτη περίπτωση, ο καρκίνος περιορίζεται στο επιφανειακό στρώμα του τοιχώματος της κύστης και δεν έχει προχωρήσει σε πιο βαθιά στρώματα (στον μυϊκό χιτώνα). Σε αυτή την περίπτωση, αντιμετωπίζεται συνήθως με ενδοκυστικες εγχύσεις φαρμάκου από ουρολόγο.

– Αντίθετα, στο διηθητικό ή προχωρημένο καρκίνο της ουροδόχου κύστης, η πιθανότητα μετάστασης στους λεμφαδένες ή σε άλλα όργανα (ήπαρ, πνεύμονες, οστά) είναι μεγαλύτερη και είναι απαραίτητη η συνδρομή ογκολόγου.

Το συχνότερο σύμπτωμα είναι η αιματουρία και η διάγνωση τίθεται συνήθως μέσω κυστεοσκόπησης με βιοψία που λαμβάνει ο ουρολόγος.

Θεραπευτικές Επιλογές

 
Η χειρουργική εξαίρεση είναι η κύρια θεραπευτική προσέγγιση στον διηθητικό καρκίνο της ουροδόχου κύστης. Αν ο καρκίνος είναι υψηλού κινδύνου, μπορεί να απαιτηθεί ριζική κυστεκτομή, κατά την οποία θα αφαιρεθεί ολόκληρη η ουροδόχος κύστη, μία βαριά επέμβαση με σοβαρές συνέπειες στην καθημερινότητα. Εναλλακτικά, σε ασθενείς που δεν μπορούν ή δεν επιθυμούν τη ριζική κυστεκτομή, μπορεί –σε ορισμένες περιπτώσεις και υπό προϋποθέσεις να εφαρμοστεί συνδασμός χημειοθεραπείς και ακτινοθεραπείας με στόχο τη διατήρηση της ουροδόχου κύστεως, χωρίς όμως να γίνεται συμβιβασμός στο ογκολογικό αποτέλεσμα.

Η ακτινοθεραπεία μπορεί να είναι είτε ριζική, για την καταπολέμηση του επιφανειακού καρκίνου, τις περισσότερες φορές συνδυαζόμενη με μια μικρή δόση χημειοθεραπείας ή να στοχεύει στην ανακούφιση των συμπτωμάτων (παρηγορητική ακτινοβολία).

Η συστηματική χημειοθεραπεία (ενδοφλέβια) θα χρειαστεί είτε στην περίπτωση που κατά την κυστεκτομή, διαπιστωθεί ότι υπάρχει νόσος στους λεμφαδένες, είτε σε προχωρημένη (μεταστατική) νόσο με στόχο την παράταση της επιβίωσης. Πρόσφατα, η ανοσοθεραπεία εγκρίθηκε ως ενδεδειγμένη επιλογή για τη μεταστατική νόσο, είτε ως θεραπεία “δεύτερης” γραμμής (δηλαδή μετά από χημειοθεραπεία), είτε ως θεραπεία “πρώτης” γραμμής σε ασθενείς που δεν είναι κατάλληλοι για χημειοθεραπεία.

Η ανοσοθεραπεία είναι μια πολύ μοντέρνα θεραπεία που χρησιμοποιεί το ίδιο το ανοσοποιητικό σύστημα του οργανισμού, και μάλιστα τα λευκά μας αιμοσφαίρια, που είναι οι “στρατιώτες” του οργανισμού μας, για να καταπολεμήσουν τον καρκίνο. Η διαφορά τους με άλλες αντικαρκινικές θεραπείες είναι ότι στοχεύουν τα ανοσοποιητικό σύστημα του σώματος και όχι τα καρκινικά κύτταρα, επιτρέποντάς του να αναγνωρίζει και να επιτίθεται επιλεκτικά στα κύτταρα του όγκου. Υπό αυτή την έννοια, αποτελεί μια πολύ πιο “φυσική” μέθοδο αντιμετώπισης του καρκίνου σε σχέση με τη χημειοθεραπεία.

Άλλα σημαντικά πλεονεκτήματα της ανοσοθεραπείας είναι η χαμηλή συχνότητα παρενεργειών σε σχέση με τη χημειοθεραπεία καθώς και το γεγονός ότι τα κύτταρα του ανοσοποιητικού μας διαθέτουν “μνήμη”, που σημαίνει ότι η δράση της ανοσοθεραπείας μπορεί να συνεχιστεί ακόμη και μετά τη διακοπή της.

Παρακολούθηση μετά τη θεραπεία

 

Η παρακολούθηση μετά τη θεραπεία, με ένα πρωτόκολλο παρακολούθησης που θα καθορίσει ο γιατρός και που περιλαμβάνει οπωσδήπτε τη διενέργεια κυστεοσκοπήσεων από τον ουρολόγο σε τακτική βάση, είναι ιδιαίτερα σημαντική για την έγκαιρη ανίχνευση υποτροπών σε πολύ αρχικό στάδιο, ώστε να είναι πλήρως αντιμετωπίσιμο.

Κάποιες φορές ακόμη και η καλύτερη θεραπεία μπορεί να αφήσει ένα “υπόλλειμμα” σε καρκινικά κύτταρα, τα οποία, διαιρούμενα, να δώσουν έναν νέο όγκο. Ο καρκίνος μπορεί να επανεμφανιστεί στο ίδιο σημείο ή σε άλλο σημείο του σώματος.

Σε καθε περίπτωση, η επικοινωνία και συνεργασία με το θεράποντα ιατρό, εξασφαλίζει την έγκαιρη αντιμετώπιση της υποτροπής και συμβάλλει στη μακρά επιβίωση των ασθενών, σε ορισμένες περιπτώσεις ακόμη και σε μεταστατικό στάδιο, με την εφαρμογή όλων των θεραπευτικών μεθόδων που αναφέρθηκαν παραπάνω με την κατάλληλη αλληλουχία και πάντα με τις οδηγίες του θεράποντος ογκολόγου.