Δυσκοιλιότητα σε ογκολογικούς ασθενείς: Ένας ύπουλος εχθρός

Δυσκοιλιότητα σε ογκολογικούς ασθενείς: Ένας ύπουλος εχθρός

Iωάννης Μούντζιος ΜSc, PhD

Παθολόγος Ογκολόγος

Oncolife, Κέντρο Ολιστικής Φροντίδας Ογκολογικού Ασθενή

Β’ Ογκολογική Κλινική, Νοσοκομείο Ερρίκος Ντυνάν

Τα τελευταία χρόνια, η χρήση των οπιοειδών για την αντιμετώπιση του χρόνιου πόνου καθίσταται ολοένα και συχνότερη. Διάφορες κατηγορίες ασθενών εμφανίζουν χρόνια προβλήματα εμμένοντος πόνου, όπως ημικρανίες, επώδυνα μυοσκελετικά σύνδρομα, ρευματολογικές παθήσεις, αρθριτικά και εκφυλιστικά νοσήματα, χρόνια σύνδρομα ευερεθίστου εντέρου, οσφυαλγία, καθώς και χρόνιοι πόνοι από κακώσεις, τραυματισμούς ή ακρωτηριασμούς και οι οποίοι επηρεάζουν σημαντικά την ποιότητα ζωής των πασχόντων.
Ο χρόνιος πόνος μπορεί να καταστεί ένα εξαντλητικό συναίσθημα που επηρεάζει την καθημερινή δραστηριότητα του ατόμου, τις σωματικές και διανοητικές του λειτουργίες, την απόδοση στην εργασία του και τις οικογενειακές και προσωπικές σχέσεις, αλλά και την ίδια την ψυχική ισορροπία του ατόμου που μπορεί να εκδηλώσει σημάδια μελαγχολίας, απόσυρσης ή και κατάθλιψη. Μια ιδιαίτερη κατηγορία ασθενών με χρόνιο πόνο είναι οι ογκολογικοί ασθενείς που πάσχουν από νεοπλασίες οποιουδήποτε οργάνου του ανθρωπίνου σώματος.
Οι συχνότερες παθολογικές καταστάσεις που σχετίζονται με εμφάνιση καρκινικού πόνου είναι η παρουσία επώδυνων οστικών μεταστάσεων (για παράδειγμα σε ασθενείς με καρκίνο προστάτη ή μαστού), η εμφάνιση θωρακικού άλγους (πλευροδυνία) σε ασθενείς με καρκίνο πνεύμονα ή μεταστατική διήθηση πλευρών από οποιοδήποτε όγκο, το άλγος στο δεξιό υποχόνδριο σε ασθενείς με ηπατικες μεταστάσεις που προκαλούν διάταση της κάψας του ήπατος και το κοιλιακό άλγος σε ασθενείς με αποφρακτικά φαινόμενα του λεπτού ή παχέος εντέρου σε κακοήθειες του πεπτικού συστήματος ή σε γενικευμένες περιτοναϊκες εμφυτεύσεις από καρκίνο παχέος εντέρου, στομάχου ή ωοθηκών. Τα σαρκώματα μπορούν επίσης να προκαλέσουν ιδιαίτερα επώδυνα μυοσκελετικά σύνδρομα λόγω της τοπικής επέκτασης του όγκου και αναλόγως της ανατομικής περιοχής όπου εμφανίζονται (άκρα, αρθρώσεις, κορμός).
Τα οπιοειδή αποτελούν τον ακρογωνιαίο λίθο για την αναλγητική θεραπεία των παραπάνω επώδυνων καταστάσεων. Στη θεραπευτική πυραμίδα του χρόνιου πόνου, τα οπιοειδή καταλαμβάνουν μια εξέχουσα θέση, ευρισκόμενα πάνω από την παρακεταμόλη και τα απλάμηστεροειδή αντιγλεγμονώδη φάρμακα (ΜΣΑΦ) και χρησιμοποιούνται ιδιαίτερα σε περιπτώσεις χρόνιου ανθεκτικού πόνου που δεν ανταποκρίνεται σε απλούστερες θεραπείες. Τα οπιοειδή ταξινομούνται με βάση τη δραστική ουσία και την αναλγητική ισχύ τους, αλλά και τον τρόπο χορήγησης: Έτσι, έχουμε την κωδεϊνη, που είναι το πιο απλό οπιοειδές αναλγητικό και συνήθως συγχορηγείται με ΜΣΑΦ, την τραμανδόλη, που χορηγείται μόνη της ή σε συνδυασμό με παρακεταμόλη, και ακολούθως τα πιο ισχυρά οπιοειδή, που είναι φεντανύλη, η πεθιδίνη και η μορφίνη.
Οι συνηθέστεροι τρόποι χορήγησης είναι από του στόματος, υπάρχει όμως και η υπογλώσσια μορφή, η διαδερμική μορφή, το ρινικό εκνέφωμα αλλά και η υποδόρια, ενδομυϊκή και ενδοφλέβια χορήγηση. Για παράδειγμα, η φεντανύλη μπορεί να χορηγηθείείτε με τη μορφή αυτοκόλλητων διαδερμικής απορρόφησης με διάρκεια δράσης 72 ώρες, είτε ως υπογλώσσιο χάπι, είτε ως ρινικό εκνέφωμα που απορροφάται μέσω ψεκασμών από τον ρινικό βλεννογόνο. Συνήθως, οι διαδερμικές μορφές παρέχουν βασική αναλγησία που κρατάει έως και τρία 24ωρα, ενώ τα υπογλώσσια και τα ρινικά εκνεφώματα χορηγούνται για τις εξάρσειςτου πόνου κατά τη διάρκεια του 24ώρου και για αυτό το λόγο έχουν άμεση έναρξη αναλγητικής δράσης που κρατάει συνήθως κάποιες ώρες.
Η βασικότερη και η πιο “βασανιστική” θα έλεγε κανείς παρενέργεια της χρόνιας χρήσης των οπιοειδών είναι η δυσκοιλιότητα, η οποία αποτελεί έναν “ύπουλο εχθρό”, αφού συχνά δια λάθει της προσοχής τουγιατρού αλλά και του ασθενή μέχρι να καταστεί κλινικά σημαντική. Τα οπιοειδή προκαλούν δυσκοιλιότητα μέσω του αποκλεισμού ειδικών υποδοχέων που βρίσκονται στον εντερικόσωλήνα, οι οποίοι ονομάζονται μουσκαρινικοί υποδοχείς και σχετίζονται με την κινητικότητα του εντέρου. Ο αποκλεισμός των μουσκαρινικών υποδοχέων οδηγεί σε μειωμένη εντερική κινητικότητα και κατά συνέπεια σε εμφάνιση δυσκοιλιότητας. Η ένταση αυτής της δυσκοιλιότητας μπορεί να ποικίλει από μικρή μείωση του αριθμού των καθημερινών κενώσεων μέχρι σοβαρού βαθμού μείωση των κενώσεων (1-2 φορές την εβδομάδα) που δημιουργεί ένα δυσάρεστο αίσθημα μετεωρισμού (“φουσκώματος”) στον /στην ασθενή με βύθιοκοιλιακό άλγος, αίσθημα ατελούς κένωσης και επακόλουθη ανορεξία και μειωμένη λήψη τροφής από φόβο επιδείνωσης του προβλήματος. Δυστυχώς η δυσκοιλιότητα είναι ένα σύμπτωμα που υποαναφέρεται από τους ασθενείς και υποεκτιμάται από τους ιατρούς, οι οποίοι θα πρέπει να ρωτούν σε τακτική βάση τους ασθενείς που λαμβάνουν χρόνια οπιοειδή για την εμφάνιση σημείων και συμπτωμάτων δηλωτικών δυσκοιλιότητας.
Μέχρι σήμερα η επαγόμενη από οπιοειδή δυσκοιλιότητα αντιμετωπιζόταν όπως και η δυσκοιλιότητα από άλλα αίτια, με τη χορήγηση υπακτικών και καθαρτικών φαρμάκων, όπως η υγρή παραφίνη, το γάλα Μανησίας και η λακτουλόζη, συνήθως με μέτρια και πρόσκαιρη αποτελεσματικότητα. Ευτυχώς, πρόσφατα το ζήτημα αυτό βγήκε στο θεραπευτικό προσκήνιο και αναπτύχθηκαν θεραπευτικοί παράγοντες οι οποίοι στοχεύουν ειδικά την επαγόμενη από οπιοειδή δυσκοιλιότητα. Ένας από αυτούς τους παράγοντες που στοχεύει με εκλεκτικό μηχανισμό την κινητικότητα του εντέρου, είναι η naloxegol (Eμπορική ονομασία Moventig®). Το naloxegol διαθέτει έναν υπερεκλετικό μηχανισμό δράσης που μπλοκάρει τους εδικούς υποδοχείς του πεπτικού (mu) που σχετίζονται με την κινητικότητα του εντέρου και την επακόλουθη δυσκοιλιότητα, χωρίς όμως να επηρεάζει τους υποδοχείς του πόνου. Έτσι, το naloxegol επιτυγχάνει τη διόρθωση της δυσκοιλιότητας που σχετίζεται με τη χρήση οπιοειδών, χωρίς όμως να επηρεάζει την αναλγητική τους δράση. Η συστηματική χρήση του naloxegol σε δόση ένα χάπι μια φορά την ημέρα, έχει αποδειχτεί ότι αυξάνει σημαντικά των ημερήσιο αριθμό των κενώσεων, ενώ παράλληλα διατηρεί το αναλγητικό αποτέλεσμα των οπιοειδών. Έτσι σήμερα, αποτελεί ένα βασικό όπλο στη φαρέτρα του κλινικού για την αντιμετώπιση της δυσκοιλιότητας, με σημαντικά και μακροπρόθεσμα αποτελέσματα που βελτιώνουν την ποιότητα ζωής των ασθενών.

Related posts